Το έργο που παρακολουθούμε στην ελληνική αγορά τους τελευταίους μήνες δεν είναι απλώς μια οικονομική στατιστική· είναι μια επώδυνη καθημερινότητα που θυμίζει έντονα «deja vu». Ενώ ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή δείχνει σημάδια σταθεροποίησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα επιμένει να κάνει «πρωταθλητισμό» στην ακρίβεια, ειδικά στα είδη πρώτης ανάγκης. Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν αυτό που κάθε νοικοκυριό αισθάνεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ: ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έχει μεταλλαχθεί από μια κρίση κόστους σε μια κρίση κερδοφορίας, ή όπως έχει επικρατήσει διεθνώς, σε «Greedflation» (πληθωρισμός της απληστίας).

Η αποσύνδεση κόστους και τιμής

Το βασικό επιχείρημα των επιχειρήσεων κατά την πρώτη φάση της πληθωριστικής κρίσης ήταν η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους και των τιμών των πρώτων υλών λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, εδώ και αρκετούς μήνες, οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και των εμπορευμάτων έχουν υποχωρήσει σημαντικά. Παρόλα αυτά, οι τιμές στα ράφια των ελληνικών καταστημάτων όχι μόνο δεν ακολουθούν την πτωτική πορεία, αλλά σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζουν να αυξάνονται. Αυτό το φαινόμενο υποδηλώνει μια σαφή αποσύνδεση μεταξύ του κόστους παραγωγής και της τελικής τιμής πώλησης.

Η ανάλυση των περιθωρίων κέρδους μεγάλων επιχειρήσεων στον κλάδο των τροφίμων και των καταναλωτικών αγαθών αποκαλύπτει ότι πολλές εταιρείες χρησιμοποίησαν το «αφήγημα του πληθωρισμού» ως προπέτασμα καπνού για να διευρύνουν τα κέρδη τους. Αντί να απορροφήσουν μέρος των πιέσεων, μετακύλησαν το σύνολο του κόστους στον καταναλωτή, προσθέτοντας συχνά και ένα επιπλέον «καπέλο» ασφαλείας, το οποίο τελικά κατέληξε στην καθαρή κερδοφορία τους. Πρόκειται για μια αναδιανομή πλούτου από τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα προς τους μετόχους των μεγάλων ομίλων.

Οι δομικές παθογένειες της ελληνικής αγοράς

Γιατί όμως η Ελλάδα υποφέρει περισσότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Η απάντηση κρύβεται στις δομικές αδυναμίες της εγχώριας αγοράς. Ο ανταγωνισμός σε κρίσιμους τομείς, όπως τα σούπερ μάρκετ, η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες, είναι συχνά προσχηματικός. Η ύπαρξη ολιγοπωλίων επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρούν υψηλές τιμές χωρίς τον φόβο ότι θα χάσουν μερίδιο αγοράς, καθώς οι εναλλακτικές λύσεις για τον καταναλωτή είναι περιορισμένες και συχνά ακολουθούν την ίδια τιμολογιακή πολιτική.

  • Η έλλειψη ισχυρών ελεγκτικών μηχανισμών που να μπορούν να εντοπίσουν την αισχροκέρδεια σε πραγματικό χρόνο.
  • Το υψηλό κόστος της εφοδιαστικής αλυσίδας και οι πολλοί μεσάζοντες που προσθέτουν κόστος χωρίς προστιθέμενη αξία.
  • Η χαμηλή αγοραστική δύναμη των Ελλήνων, η οποία καθιστά κάθε ποσοστιαία αύξηση πολύ πιο επώδυνη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Επιπλέον, η ψυχολογία της αγοράς παίζει καθοριστικό ρόλο. Όταν οι καταναλωτές «συτές «συνηθίζουν στις συνεχείς ανατιμήσεις, δημιουργείται μια «κουλτούρα αποδοχής» της ακρίβειας, την οποία εκμεταλλεύονται οι επιχειρήσεις για να διατηρήσουν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα ακόμα και όταν οι συνθήκες επιτρέπουν μειώσεις.

Η αναποτελεσματικότητα των ημίμετρων

Η κυβερνητική απόκριση στο φαινόμενο έχει βασιστεί κυρίως σε επικοινωνιακά μέτρα και επιδόματα, όπως τα διάφορα «Pass» και το «Καλάθι του Νοικοκυριού». Αν και αυτά τα μέτρα προσέφεραν μια προσωρινή ανακούφιση στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, απέτυχαν παταγωδώς να χτυπήσουν τη ρίζα του προβλήματος. Τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε ορισμένες πολυεθνικές, αν και ηχηρά, αποτελούν ένα ελάχιστο κλάσμα των υπερκερδών που αποκόμισαν αυτές οι εταιρείες, λειτουργώντας περισσότερο ως «κόστος επιχειρηματικής δραστηριότητας» παρά ως πραγματική κύρωση.

«Ο πληθωρισμός της απληστίας δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο, αλλά μια συνειδητή επιλογή των ισχυρών της αγοράς σε ένα περιβάλλον ανεπαρκούς εποπτείας», αναφέρουν αναλυτές της αγοράς.

Η ανάγκη για μια πιο επιθετική αντιμονοπωλιακή πολιτική και για την ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Χωρίς δομικές παρεμβάσεις που θα σπάσουν τα ολιγοπώλια και θα ενισχύσουν τη διαφάνεια στις τιμές από το χωράφι στο ράφι, ο πληθωρισμός της απληστίας θα συνεχίσει να υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και να ναρκοθετεί την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Συμπεράσματα και προοπτικές

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί πολιτική βούληση για σύγκρουση με μεγάλα συμφέροντα. Δεν αρκεί η παρακολούθηση των τιμών· απαιτείται ο έλεγχος των περιθωρίων κέρδους και η επιβολή κυρώσεων που θα είναι πραγματικά αποτρεπτικές. Ο κίνδυνος είναι ορατός: αν η ακρίβεια παγιωθεί, η μείωση της κατανάλωσης θα οδηγήσει σε οικονομική επιβράδυνση, ενώ η κοινωνική αγανάκτηση μπορεί να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ο πληθωρισμός της απληστίας είναι ένας ιός που προσβάλλει τα θεμέλια της οικονομίας και η θεραπεία του δεν μπορεί να είναι άλλη από την πραγματική λειτουργία του ανταγωνισμού και την προστασία του εισοδήματος των πολιτών.