Για δεκαετίες, η οικονομική άνοδος της Κίνας αντιμετωπιζόταν ως ένα σύγχρονο θαύμα, μια ασταμάτητη μηχανή που μετέτρεπε το κεφάλαιο σε υποδομές, εξαγωγές και ευημερία. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια των εντυπωσιακών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ, ένας λιγότερο γνωστός αλλά εξαιρετικά κρίσιμος δείκτης, ο Incremental Capital Output Ratio (ICOR), αρχίζει να αφηγείται μια διαφορετική ιστορία: την ιστορία μιας οικονομίας που χρειάζεται όλο και περισσότερα καύσιμα για να διανύσει όλο και μικρότερες αποστάσεις.
Τι είναι ο ICOR και γιατί έχει σημασία;
Ο δείκτης ICOR μετρά την αποτελεσματικότητα με την οποία μια χώρα χρησιμοποιεί το κεφάλαιό της. Ουσιαστικά, μας δείχνει πόσες μονάδες επένδυσης απαιτούνται για να παραχθεί μία επιπλέον μονάδα οικονομικής ανάπτυξης. Σε μια υγιή, αναπτυσσόμενη οικονομία, ο λόγος αυτός παραμένει χαμηλός, υποδηλώνοντας ότι οι επενδύσεις κατευθύνονται σε παραγωγικούς τομείς που αποδίδουν άμεσα καρπούς. Όταν όμως ο ICOR ανεβαίνει, σημαίνει ότι η απόδοση του κεφαλαίου φθίνει. Για την Κίνα, η τάση αυτή είναι πλέον κάτι παραπάνω από εμφανής.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο ICOR της Κίνας κυμαινόταν γύρω στο 3. Αυτό σήμαινε ότι για κάθε 3 δολάρια επένδυσης, το ΑΕΠ αυξανόταν κατά 1 δολάριο. Σήμερα, οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι ο δείκτης έχει εκτοξευθεί πάνω από το 6, και σε ορισμένους τομείς ακόμη υψηλότερα. Αυτή η διπλάσια «τιμή» για την ίδια ανάπτυξη υποδηλώνει μια βαθιά δομική αναποτελεσματικότητα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί από τις διεθνείς αγορές.
Η παγίδα των υποδομών και των ακινήτων
Η βασική αιτία αυτής της υποβάθμισης της αποτελεσματικότητας εντοπίζεται στο μοντέλο ανάπτυξης που ακολούθησε το Πεκίνο μετά την κρίση του 2008. Η Κίνα βασίστηκε υπερβολικά σε τεράστια έργα υποδομής και στην αγορά ακινήτων για να διατηρήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης. Ενώ οι πρώτοι αυτοκινητόδρομοι και τα λιμάνια προσέφεραν τεράστια ώθηση στην παραγωγικότητα, οι σημερινές επενδύσεις συχνά αφορούν «γέφυρες προς το πουθενά» ή ολόκληρες πόλεις-φαντάσματα.
- Υπερπροσφορά Ακινήτων: Ο τομέας των ακινήτων, που κάποτε αποτελούσε το 25% του κινεζικού ΑΕΠ, έχει μετατραπεί σε βαρίδι, με ημιτελή έργα και τεράστια χρέη (βλ. Evergrande, Country Garden).
- Κρατικές Επιχειρήσεις (SOEs): Η προτίμηση του κράτους προς τις δυσκίνητες κρατικές επιχειρήσεις έναντι του δυναμικού ιδιωτικού τομέα έχει οδηγήσει σε κακή κατανομή πόρων.
- Δημογραφική Πίεση: Η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού σημαίνει ότι το κεφάλαιο δεν μπορεί πλέον να συνδυαστεί με άφθονη εργασία για να παράγει εύκολα κέρδη.
Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι οι επενδύσεις αυτές χρηματοδοτούνται από ένα βουνό χρέους των τοπικών κυβερνήσεων. Όταν ο ICOR είναι υψηλός, το χρέος αυξάνεται ταχύτερα από το εισόδημα που απαιτείται για την εξυπηρέτησή του, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο οικονομικής αστάθειας.
Η πρόκληση της «Νέας Ποιότητας»
Ο Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει εισαγάγει τον όρο «δυνάμεις παραγωγής νέας ποιότητας», προσπαθώντας να μετατοπίσει την οικονομία από τις κατασκευές στην υψηλή τεχνολογία, την πράσινη ενέργεια και την τεχνητή νοημοσύνη. Η ελπίδα είναι ότι η καινοτομία θα μειώσει ξανά τον ICOR, καθιστώντας την οικονομία πιο αποδοτική. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή είναι επώδυνη και χρονοβόρα. Η υψηλή τεχνολογία απαιτεί εξειδικευμένο κεφάλαιο και χρόνο για να αποδώσει, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος, φοβούμενος την κινεζική υπερπαραγωγή, υψώνει τείχη προστατευτισμού.
«Η εποχή της εύκολης ανάπτυξης για την Κίνα έχει τελειώσει. Ο ICOR δεν είναι απλώς ένας αριθμός, είναι το όριο της αντοχής ενός μοντέλου που βασίστηκε στην ποσότητα εις βάρος της ποιότητας.»
Συμπερασματικά, η πορεία του ICOR θα καθορίσει αν η Κίνα θα καταφέρει να αποφύγει την «παγίδα του μεσαίου εισοδήματος» ή αν θα οδηγηθεί σε μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας, παρόμοια με εκείνη της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1990. Για την παγκόσμια οικονομία, μια Κίνα που «ακριβαίνει» στην παραγωγή πλούτου σημαίνει χαμηλότερη παγκόσμια ζήτηση και αυξημένη αστάθεια στις εφοδιαστικές αλυσίδες.