Στον κόσμο των μεγάλων συμβουλευτικών εταιρειών, η παραδοχή σφαλμάτων είναι μια σπάνια πολυτέλεια. Ωστόσο, η πρόσφατη έκθεση της Grant Thornton σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αποτελεί μια αναζωογονητική εξαίρεση. Καθώς διανύουμε το καλοκαίρι του 2026, η αρχική υστερία γύρω από το Generative AI έχει δώσει τη θέση της σε μια πιο ώριμη, αν και συχνά επώδυνη, πραγματικότητα. Η Grant Thornton, αναλύοντας τη δική της πορεία αλλά και τις συμβουλές που παρείχε σε πελάτες τα προηγούμενα τρία χρόνια, εντόπισε τρία κομβικά σημεία όπου οι προβλέψεις και οι στρατηγικές αστόχησαν.
Η Πλάνη του «Plug-and-Play»: Το AI δεν είναι Έτοιμο Προϊόν
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο λάθος που αναγνωρίζει η Grant Thornton ήταν η αντίληψη ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να ενσωματωθεί στις επιχειρηματικές διαδικασίες ως μια έτοιμη, «out-of-the-box» λύση. Πριν από δύο χρόνια, επικρατούσε η άποψη ότι η αγορά αδειών χρήσης για προηγμένα γλωσσικά μοντέλα θα έλυνε αυτόματα προβλήματα παραγωγικότητας. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη.
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, η έλλειψη προετοιμασίας των εσωτερικών δεδομένων (data readiness) υπήρξε το μεγαλύτερο εμπόδιο. Πολλές εταιρείες προσπάθησαν να «τρέξουν» AI πάνω σε κατακερματισμένες και ακάθαρτες βάσεις δεδομένων, με αποτέλεσμα οι αλγόριθμοι να παράγουν ανακρίβειες ή, ακόμα χειρότερα, ψευδαισθήσεις που έθεταν σε κίνδυνο τη λήψη αποφάσεων. Η Grant Thornton παραδέχεται ότι υποτίμησε τον χρόνο και τους πόρους που απαιτούνται για τον καθαρισμό των δεδομένων και τη δημιουργία μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής πληροφοριών πριν από την εφαρμογή οποιουδήποτε εργαλείου AI.
Η Εμμονή με τη Μείωση του Κόστους έναντι της Δημιουργίας Αξίας
Το δεύτερο λάθος αφορά τη στόχευση της επένδυσης. Στις αρχές του 2024, το κύριο αφήγημα ήταν η μείωση του κόστους μέσω της αυτοματοποίησης και της αντικατάστασης ανθρώπινου δυναμικού σε επαναλαμβανόμενες εργασίες. Η Grant Thornton σημειώνει ότι αυτή η προσέγγιση ήταν κοντόφθαλμη. Εστιάζοντας αποκλειστικά στο πώς θα κάνουν τα ίδια πράγματα με λιγότερα χρήματα, οι επιχειρήσεις έχασαν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν το AI για να κάνουν πράγματα που προηγουμένως ήταν αδύνατα.
«Το λάθος μας δεν ήταν ότι υπερεκτιμήσαμε την τεχνολογία, αλλά ότι υποτιμήσαμε τη δημιουργική της εφαρμογή. Το AI δεν είναι ένα εργαλείο περικοπών, αλλά ένας επιταχυντής καινοτομίας», αναφέρει χαρακτηριστικά στέλεχος της εταιρείας στην έκθεση.
Η στροφή από το ROI (Return on Investment) που βασίζεται σε περικοπές, προς το ROV (Return on Value) που βασίζεται σε νέα προϊόντα και βελτιωμένη εμπειρία πελάτη, αποτελεί πλέον το νέο δόγμα. Οι εταιρείες που απλώς μείωσαν το προσωπικό τους βρέθηκαν με λιγότερη εσωτερική γνώση και αδυναμία να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα των νέων συστημάτων, ενώ εκείνες που επένδυσαν στην επαύξηση των ανθρώπινων ικανοτήτων είδαν πραγματική ανάπτυξη.
Ο Ανθρώπινος Παράγοντας: Η Υποτίμηση της Πολιτισμικής Αντίστασης
Το τρίτο λάθος ήταν η πεποίθηση ότι η τεχνολογική υιοθέτηση θα ακολουθούσε μια γραμμική πορεία, αγνοώντας την ψυχολογία και την εταιρική κουλτούρα. Η Grant Thornton παραδέχεται ότι οι στρατηγικές «Change Management» που εφαρμόστηκαν ήταν ανεπαρκείς για το μέγεθος της αλλαγής που επιφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Δεν επρόκειτο για μια απλή αναβάθμιση λογισμικού, αλλά για μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την αξία τους.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα συστήματα AI και ο φόβος της απαξίωσης οδήγησαν σε μια σιωπηλή αντίσταση που υπονόμευσε πολλά project. Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκπαίδευση (upskilling) δεν έπρεπε να αφορά μόνο τις τεχνικές δεξιότητες, αλλά και την καλλιέργεια μιας κουλτούρας πειραματισμού και ηθικής χρήσης της τεχνολογίας. Σήμερα, το 2026, γίνεται σαφές ότι η επιτυχία του AI εξαρτάται 20% από την τεχνολογία και 80% από τους ανθρώπους και τις διαδικασίες.
Συμπεράσματα για την Κυπριακή και Ελληνική Αγορά
Για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο, τα διδάγματα της Grant Thornton είναι ιδιαίτερα κρίσιμα. Με ένα επιχειρηματικό τοπίο που κυριαρχείται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ο κίνδυνος της «τυφλής» υιοθέτησης τεχνολογιών χωρίς στρατηγικό βάθος είναι υπαρκτός. Η παραδοχή αυτών των λαθών προσφέρει έναν οδικό χάρτη για την αποφυγή δαπανηρών αστοχιών, τονίζοντας ότι η ψηφιακή ωριμότητα δεν αγοράζεται, αλλά χτίζεται μεθοδικά πάνω σε γερά θεμέλια δεδομένων και ανθρώπινου ταλέντου.