Σε μια κίνηση που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Γερμανία κατάφερε να εξασφαλίσει μια «ειδική μεταχείριση» για το Deutsche Börse, το εθνικό της χρηματιστήριο, αναφορικά με τους νέους κανόνες διαφάνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ των Financial Times, το Βερολίνο άσκησε ασφυκτικές πιέσεις ώστε να προστατεύσει το κερδοφόρο μοντέλο πώλησης δεδομένων του γερμανικού ομίλου, θέτοντας σε κίνδυνο το μεγαλόπνοο σχέδιο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union - CMU).
Το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από τη δημιουργία του λεγόμενου «Consolidated Tape» (Ενοποιημένη Ταινία), μιας κεντρικής βάσης δεδομένων που θα παρείχε σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες για τις τιμές και τον όγκο των συναλλαγών σε ολόκληρη την ΕΕ. Στόχος της πρωτοβουλίας ήταν να εκδημοκρατίσει την πρόσβαση στην πληροφορία, επιτρέποντας σε μικρούς επενδυτές και διαχειριστές κεφαλαίων να βλέπουν την πλήρη εικόνα της αγοράς, όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Μήλον της Έριδος: Τα Δεδομένα των Συναλλαγών
Γιατί όμως η Γερμανία επέλεξε να συγκρουστεί με τους εταίρους της για ένα τεχνικό ζήτημα; Η απάντηση κρύβεται στα έσοδα. Τα μεγάλα χρηματιστήρια, όπως το Deutsche Börse, κερδίζουν δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως πουλώντας τα δικά τους δεδομένα συναλλαγών σε τράπεζες και επενδυτικές εταιρείες. Μια ενοποιημένη πηγή δεδομένων σε επίπεδο ΕΕ θα μείωνε την αξία αυτών των αποκλειστικών «πακέτων» πληροφοριών.
Η γερμανική κυβέρνηση, δρώντας ως προστάτης του «εθνικού πρωταθλητή» της, πέτυχε μια εξαίρεση που επιτρέπει στα χρηματιστήρια να καθυστερούν τη δημοσίευση ορισμένων στοιχείων ή να διατηρούν τον έλεγχο σε κρίσιμες ροές δεδομένων. Αυτό, σύμφωνα με τους επικριτές, καθιστά το Consolidated Tape «κενό γράμμα», καθώς η πληροφορία που θα φτάνει στον τελικό χρήστη θα είναι είτε ελλιπής είτε ετεροχρονισμένη.
Η Σύγκρουση με την Ένωση Κεφαλαιαγορών
Η κίνηση αυτή της Γερμανίας έρχεται σε μια στιγμή που η Ευρώπη πασχίζει να βρει τρόπους να χρηματοδοτήσει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Χωρίς μια ενιαία, βαθιά και ρευστή κεφαλαιαγορά, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παραμένουν εξαρτημένες από τον τραπεζικό δανεισμό, ενώ οι επενδυτές προτιμούν την αμερικανική αγορά για την ανώτερη διαφάνεια και την ευκολία συναλλαγών που προσφέρει.
«Είναι μια κλασική περίπτωση όπου το εθνικό συμφέρον υπερισχύει του ευρωπαϊκού οράματος», αναφέρει ανώτατος αξιωματούχος της Κομισιόν που διατήρησε την ανωνυμία του. «Δεν μπορείς να κηρύττεις την ενοποίηση και την ίδια στιγμή να χτίζεις τείχη γύρω από τα δικά σου οικονομικά κάστρα».
Η Γαλλία και άλλες χώρες με ισχυρά χρηματιστήρια παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, με κάποιους να φοβούνται ότι η «γερμανική εξαίρεση» θα αποτελέσει προηγούμενο για περαιτέρω κατακερματισμό της αγοράς. Αν κάθε κράτος-μέλος ζητά ειδική μεταχείριση για τους δικούς του φορείς, η ιδέα μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς θα παραμείνει ένα άπιαστο όνειρο.
Οι Επιπτώσεις για τους Επενδυτές
Για τον μέσο Ευρωπαίο επενδυτή, η απόφαση αυτή σημαίνει ότι το κόστος συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό και η πρόσβαση στην πληροφορία περιορισμένη. Σε αντίθεση με τη Wall Street, όπου ο ανταγωνισμός είναι άμεσος και οι τιμές διαφανείς, η Ευρώπη παραμένει ένα «μωσαϊκό» από 27 διαφορετικές αγορές, καθεμία με τους δικούς της κανόνες και τα δικά της κόστη.
- Περιορισμένη διαφάνεια στις τιμές των μετοχών.
- Υψηλότερο κόστος για τους λιανικούς επενδυτές.
- Μειωμένη ελκυστικότητα των ευρωπαϊκών μετοχών για ξένα κεφάλαια.
- Ενίσχυση της κυριαρχίας των μεγάλων χρηματιστηριακών ομίλων εις βάρος των νεοεισερχόμενων.
Συμπερασματικά, η ειδική μεταχείριση του Deutsche Börse αναδεικνύει τις βαθιές δομικές αδυναμίες της ΕΕ. Όσο οι εθνικές κυβερνήσεις προτάσσουν τα συμφέροντα των δικών τους εταιρειών έναντι της συλλογικής ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, η Ευρώπη θα συνεχίσει να υστερεί έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας στον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χάρτη.