Η ελληνική οικονομία, η οποία για πάνω από μία δεκαετία αποτελούσε το σύμβολο της δημοσιονομικής αστάθειας και της κρίσης χρέους στην Ευρώπη, φαίνεται πλέον να πρωταγωνιστεί σε μια εντυπωσιακή ανατροπή. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη και ταχύτερη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Από το ιστορικό υψηλό του 209% που σημειώθηκε το 2020, εν μέσω της πανδημικής κρίσης, το χρέος υποχώρησε στο 146%, σημειώνοντας μια πτώση που ξεπερνά τις 63 ποσοστιαίες μονάδες. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική επιτυχία, αλλά ένα ισχυρό μήνυμα προς τις διεθνείς αγορές και τους οίκους αξιολόγησης.

Η Μηχανική της Μείωσης: Ανάπτυξη, Πληθωρισμός και Πρωτογενή Πλεονάσματα

Η εντυπωσιακή αυτή μείωση δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε έναν συνδυασμό συγκυριών και στρατηγικών επιλογών. Πρώτον, η ελληνική οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα, με ρυθμούς ανάπτυξης που υπερέβαιναν σταθερά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης τα τελευταία έτη. Η ανάκαμψη του τουρισμού, η αύξηση των εξαγωγών και η εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων ενίσχυσαν το ΑΕΠ, το οποίο αποτελεί τον παρονομαστή του κλάσματος του χρέους.

Ωστόσο, ένας καθοριστικός —αν και συχνά αμφιλεγόμενος— παράγοντας ήταν ο υψηλός πληθωρισμός. Ο πληθωρισμός λειτουργεί ευεργετικά για τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, καθώς αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ (τον παρονομαστή) ενώ το ονομαστικό χρέος παραμένει σταθερό ή αυξάνεται με βραδύτερο ρυθμό. Αυτό το «φαινόμενο του παρονομαστή» επέτρεψε στην Ελλάδα να «κάψει» ένα σημαντικό μέρος του βάρους του χρέους της χωρίς να καταφύγει σε επώδυνες ονομαστικές περικοπές. Παράλληλα, η επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα, μέσω μιας αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής, εξασφάλισε ότι το κράτος δεν παράγει νέα ελλείμματα που θα τροφοδοτούσαν τον δανεισμό.

Η Σύγκριση με την Ευρώπη και η Επενδυτική Βαθμίδα

Ενώ χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία παλεύουν με τη δημοσιονομική τους πειθαρχία και βλέπουν τα χρέη τους να παραμένουν στάσιμα ή να αυξάνονται, η Ελλάδα κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Η διαφορά είναι χαοτική: η ταχύτητα με την οποία η Αθήνα μείωσε το χρέος της είναι πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αυτή η πορεία ήταν και ο βασικός καταλύτης για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, όπως η S&P και η Fitch. Η επιστροφή στο «club» των αξιόπιστων δανειοληπτών σημαίνει χαμηλότερο κόστος δανεισμού για το κράτος και τις επιχειρήσεις, δημιουργώντας έναν ενάρετο κύκλο για την οικονομία.

  • Η μείωση κατά 63 μονάδες είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία της Ευρωζώνης σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
  • Η Ελλάδα αναμένεται να συγκλίνει με τα επίπεδα χρέους της Ιταλίας μέσα στα επόμενα χρόνια, κάτι που φάνταζε αδύνατο το 2015.
  • Τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) παίζουν κρίσιμο ρόλο στην ώθηση των επενδύσεων.

Προκλήσεις και η «Άλλη Πλευρά» του Νομίσματος

Παρά τους πανηγυρισμούς, η κατάσταση δεν είναι χωρίς κινδύνους. Το ελληνικό χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρώπη σε απόλυτους όρους ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρά τη μείωση. Επιπλέον, η εξάρτηση από τον πληθωρισμό για τη μείωση του χρέους έχει ένα κοινωνικό κόστος: τη διάβρωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Η ακρίβεια που βοήθησε στη μείωση του χρέους είναι η ίδια που πιέζει τα νοικοκυριά.

«Η δημοσιονομική εξυγίανση είναι απαραίτητη, αλλά η πραγματική πρόκληση είναι η μετατροπή των αριθμών σε ευημερία για το σύνολο της κοινωνίας», σημειώνουν αναλυτές της αγοράς.

Στο μέλλον, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς τη «βοήθεια» του υψηλού πληθωρισμού, καθώς η ΕΚΤ στοχεύει στην επαναφορά του στο 2%. Η βιωσιμότητα του χρέους μακροπρόθεσμα θα εξαρτηθεί από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, την παιδεία και τη δημόσια διοίκηση, οι οποίες θα επιτρέψουν στην οικονομία να παράγει πλούτο με βιώσιμο τρόπο, πέρα από τον τουρισμό και την κατανάλωση.