Στο σημερινό γεωπολιτικό τοπίο, η οικονομική αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ανατολής έχει λάβει διαστάσεις που θυμίζουν δομικές τεκτονικές αλλαγές. Μια πρόσφατη, εξαιρετικά διεισδυτική έκθεση της Bank of America (BofA) έρχεται να ανατρέψει την κοινή πεποίθηση ότι η πλημμύρα κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη είναι απλώς ένα παράπλευρο αποτέλεσμα των αμερικανικών δασμών. Αντιθέτως, οι αναλυτές της τράπεζας υποστηρίζουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν βαθύτατα εσωτερικό μηχανισμό της κινεζικής οικονομίας, τον οποίο ονομάζουν «vent-for-surplus» (διέξοδος για το πλεόνασμα).

Η θεωρία αυτή, που έχει τις ρίζες της στον Adam Smith και αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον οικονομολόγο Hla Myint, περιγράφει μια κατάσταση όπου μια χώρα χρησιμοποιεί το διεθνές εμπόριο για να «εκτονώσει» την πλεονάζουσα παραγωγική της ικανότητα, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί από την εγχώρια ζήτηση. Στην περίπτωση της Κίνας του 2026, αυτό δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά μια στρατηγική επιβίωσης απέναντι σε μια εσωτερική αγορά που παραπαίει.

Ο μηχανισμός Vent-for-Surplus και η κινεζική υπερπαραγωγή

Η βασική θέση της Bank of America είναι ότι η Κίνα δεν εξάγει επειδή «θέλει» να κατακτήσει τον κόσμο με επιθετικό τρόπο, αλλά επειδή «πρέπει» να το κάνει για να διατηρήσει την κοινωνική και οικονομική της σταθερότητα. Μετά την κατάρρευση του τομέα των ακινήτων, που κάποτε αποτελούσε το 25-30% του κινεζικού ΑΕΠ, το Πεκίνο διοχέτευσε τεράστια κεφάλαια στη μεταποίηση, ιδιαίτερα στις λεγόμενες «τρεις νέες» βιομηχανίες: ηλεκτρικά οχήματα (EVs), μπαταρίες λιθίου και φωτοβολταϊκά.

Ωστόσο, η εγχώρια κατανάλωση στην Κίνα παραμένει αναιμική. Οι Κινέζοι καταναλωτές, βλέποντας την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων στα ακίνητα να εξανεμίζεται, αποταμιεύουν αντί να ξοδεύουν. Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο χάσμα: τα εργοστάσια παράγουν με ρυθμούς που η κινεζική αγορά δεν μπορεί να ακολουθήσει. Το αποτέλεσμα είναι η συσσώρευση τεράστιων αποθεμάτων που πρέπει να διοχετευθούν κάπου. Η Ευρώπη, με τις ανοιχτές αγορές της και τη δέσμευσή της στην πράσινη μετάβαση, αποτελεί τον ιδανικό προορισμό.

Γιατί οι δασμοί των ΗΠΑ δεν είναι η βασική αιτία

Είναι εύκολο να υποθέσει κανείς ότι η Κίνα στρέφεται στην Ευρώπη επειδή η Ουάσινγκτον έχει υψώσει τείχη με δασμούς 100% στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Όμως, η BofA επισημαίνει ότι αυτή η ανάλυση είναι επιφανειακή. Ακόμα και αν οι ΗΠΑ δεν είχαν επιβάλει κανέναν δασμό, η Κίνα θα εξακολουθούσε να πλημμυρίζει την παγκόσμια αγορά λόγω της εσωτερικής της ανισορροπίας. Οι αμερικανικοί δασμοί απλώς επιταχύνουν μια διαδικασία που ήταν ήδη σε εξέλιξη.

Ο μηχανισμός vent-for-surplus υποδηλώνει ότι η Κίνα είναι διατεθειμένη να πουλάει σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ακόμα και κάτω του κόστους σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να κρατήσει τα εργοστάσιά της σε λειτουργία και να αποφύγει τη μαζική ανεργία. Αυτό το «dumping» δεν είναι μια παροδική τακτική, αλλά μια δομική ανάγκη. Η Ευρώπη βρίσκεται σε δυσχερή θέση, καθώς από τη μία πλευρά χρειάζεται τα φθηνά κινεζικά προϊόντα για να επιτύχει τους κλιματικούς της στόχους, και από την άλλη βλέπει τη δική της βιομηχανική βάση να απειλείται με αφανισμό.

Η Ευρώπη στο στόχαστρο: Πράσινη μετάβαση ή βιομηχανική επιβίωση;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα. Η εισροή φθηνών κινεζικών φωτοβολταϊκών και ηλεκτρικών οχημάτων επιταχύνει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, καθιστώντας την πράσινη τεχνολογία προσιτή στον μέσο Ευρωπαίο πολίτη. Ωστόσο, το τίμημα είναι η αποβιομηχάνιση. Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής και γαλλικής οικονομίας, αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις τιμές των κινεζικών κολοσσών που επιδοτούνται γενναιόδωρα από το κράτος.

Η έκθεση της Bank of America προειδοποιεί ότι οι αμυντικοί δασμοί που εξετάζει η Κομισιόν μπορεί να μην είναι αρκετοί. Αν η αιτία του προβλήματος είναι η κινεζική υπερπαραγωγή και η έλλειψη εγχώριας ζήτησης στην Κίνα, τότε οι δασμοί απλώς θα αλλάξουν τη διαδρομή των εμπορευμάτων ή θα αυξήσουν το κόστος για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, χωρίς να λύσουν τη ρίζα του προβλήματος. Η λύση, σύμφωνα με τους αναλυτές, απαιτεί μια πιο συντονισμένη παγκόσμια απάντηση που θα πιέσει την Κίνα να αναδιαρθρώσει την οικονομία της προς την κατανάλωση και όχι μόνο προς την παραγωγή.

«Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει απλώς έναν εμπορικό ανταγωνιστή, αλλά μια οικονομία που λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες φυσικής. Όταν η εσωτερική πίεση στην Κίνα αυξάνεται, η βαλβίδα εκτόνωσης ανοίγει προς τη Δύση.»

Συμπερασματικά, η ανάλυση της Bank of America υπογραμμίζει ότι η εμπορική ένταση μεταξύ ΕΕ και Κίνας δεν είναι μια παροδική διαμάχη, αλλά το αποτέλεσμα μιας βαθιάς μακροοικονομικής ανισορροπίας. Όσο η Κίνα αρνείται να τονώσει την εσωτερική της ζήτηση και συνεχίζει να βασίζεται στις εξαγωγές για να καλύψει τα κενά της, η Ευρώπη θα παραμένει το κύριο πεδίο μάχης αυτής της παγκόσμιας οικονομικής αναταραχής. Η πρόκληση για τους Ευρωπαίους ηγέτες είναι να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στην προστασία των θέσεων εργασίας και τη διατήρηση των ανοιχτών εμπορικών οδών που είναι απαραίτητες για το μέλλον του πλανήτη.